γραμμάτιον

γραμμᾰτ-ιον, τό, Dim. of γράμμα, Luc.Merc.Cond.36.
II = γραμματεῖον, bond, contract, POxy.71.5 (iv A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γραμμάτιον — bond neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματίοις — γραμμάτιον bond neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματίου — γραμμάτιον bond neut gen sg γραμματίας masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματίων — γραμμάτιον bond neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμματίῳ — γραμμάτιον bond neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμμάτια — γραμμάτιον bond neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραμμάτιο — το (AM γραμμάτιον) έγγραφη εντολή προς εξόφληση χρηματικού ποσού σε καθορισμένη ημερομηνία (αρχ. μσν.) επιστολή. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποκοριστικό τής λ. γράμμα. Η λ. γραμμάτιο «επιστολή» πέρασε στην ορολογία τών οικονομικών επιστημών και ειδικότερα σ αυτή… …   Dictionary of Greek

  • κηρός — ο (ΑΜ κηρός) το κερί τών μελισσών, λιπαρή, εύπλαστη και εύτηκτη ουσία που γίνεται σκληρή και εύθραυστη σε ψυχρό περιβάλλον, γνωστή κυρίως ως προϊόν τών μελισσών, από το οποίο αυτές κατασκευάζουν τις κηρήθρες τους («παῑς χερσὶ ταῑς ἑαυτοῡ κηρὸν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.